Καλά Χριστούγεννα!

mikronisi2 Μη κατηγοριοποιημένο

Σήμερα ο καιρός ήταν υπέροχος. Η ζεστή λιακάδα και ο καθαρός ουρανός επέβαλλαν έναν καλό περίπατο. Πήγα στο Μικρό Νησί, στην παραλία του Άη Γόρδη της Λευκίμμης. Πολύ κοντά στο σπίτι μου και πολύ κοντά στις αναμνήσεις του καλοκαιριού. Περπάτησα στην υγρή άμμο, αναπόλησα τις μουσικές, τον ήλιο, το φαγητό, τις αιώρες. Περπατώντας, έφτασα όσο πιο μακριά μπορούσα. Οι Παξοί από τον νότιο άκρο της Κέρκυρας, φαίνονταν καθαρά. Με τέτοια ατμόσφαιρα, περίπου νόμισα ότι θα δω τις ακτές της Αφρικής.

Έκλεισα τα μάτια. Αναλογίστηκα αν ήταν μια καλή χρονιά και αποφάσισα ότι ήταν μια μέτρια χρονιά με πολλές καλές στιγμές και καμία κακή, επομένως, ήταν μια καλή χρονιά.

Όταν πήρε να κατεβαίνει ο ήλιος, χωρίς φυσικά τη χάρη των δειλινών του καλοκαιριού, πήρα κι εγώ τ’ αμάξι για το σπίτι. Ανεβαίνοντας τις στροφές, μύριζα ξύλο από τζάκια και σόμπες του χωριού και ξανα- αναλογίστηκα…

Όλα τα Χριστούγεννα σε τούτο το χωριό. Όλα τα Χριστούγεννα που είχαμε ήδη στοιβάξει τα ξύλα στην ξεχυτή έξω από την κουζίνα. Όλα τα Χριστούγεννα στη Λευκίμμη.

Η κουζίνα και το αποχωρητήριο ήταν ξεχωριστά από το υπόλοιπο σπίτι. Εκεί, στην κουζίνα τη στρωμένη με κουρελούδες, καθόμασταν σχεδόν όλη τη μέρα τους χειμώνες. Γύρω από τη στιά. Μια δρασκελιά τη νύχτα, την ώρα του ύπνου και βρισκόμασταν κάτω από τις βαριές κουβέρτες. Τρεις, τέσσερις καθένας μας, ανάλογα το πάχος. Το μεγαλύτερο δωμάτιο του σπιτιού το είχαμε για τον παππού.

Τον αγαπούσα τον παππού. Δε θα ξεχάσω ποτέ τα χέρια και τα πόδια του. Έμοιαζαν σαν καμένα από παλιά. Ο παππούς δούλευε πολλά χρόνια στις Αλυκές του χωριού μας. Γι’ αυτό ήταν έτσι τα άκρα του, όπως έλεγε η μάνα μου, καμμένα από το αλάτι για να θρέψει τα παιδιά του. Ο παππούς δεν φαινόταν ποτέ χαρούμενος, παρά μονάχα όταν μπροστά από τη στια, μετά το φαγητό, άδειαζε μια – δυο κούπες δικό μας, λευκιμμιώτικο κρασί. Τότε χαμογελούσε. Και καμιά φορά μιλούσε. Τα αγαπημένα του θέματα ήταν η συγχωρεμένη η γιαγιά και ο πόλεμος. Μας άρεσε πολύ σ’ εμένα και στα αδέλφια μου, να ακούμε τον παππού να μιλάει. Ήταν σαν κινηματογράφος τα λόγια του. Μας έφτιαχναν εικόνες, βλέπαμε γεγονότα, νιώθαμε συναισθήματα του καιρού που εξιστορούσε.

Όλα τα Χριστούγεννα ο παππούς, μόλις στολίζαμε το δέντρο, μας μοίραζε λίγες δραχμές καθενός. Σπουδαίο πράγμα τα λεφτά μέσα στη φτώχεια μας. Το δέντρο ήταν συνήθως ένα κυπαρισσάκι από κάποια κοντινή πλαγιά. Του κρεμάγαμε κουκουναράκια και κουκουνάρες τυλιγμένα σε χρυσόχαρτα που φυλάγαμε όλο το χρόνο από κάθε σοκολατάκι που τρώγαμε. Μια φορά η μάνα μας, έφερε μια μεγάλη, γυαλιστερή γιρλάντα, από τη χώρα. Του την περάσαμε γύρω – γύρω και το δέντρο αναβαθμίστηκε αισθητά. Ενθουσιαστήκαμε.

Όλα τα Χριστούγεννα τρώγαμε αυγολέμονο και κότα ψητή.

Όλα τα Χριστούγεννα ευχόμασταν και του χρόνου καλύτερα.

Αυτά τα καλύτερα δεν περιμέναμε να συμβούν μαγικά. Συνειδητοποιήσαμε από μικροί ότι αν δεν μελετήσουμε αρκετά, αν δεν προσπαθήσουμε σκληρά, η ζωή μας θα ήταν ίδια με της μάνας και του πατέρα μας. Στα χτήματα, στα χτήματα, στα χτήματα. Ευτυχώς βέβαια όχι πια στο αλάτι, όπως ο παππούς.

Έτσι διαβάζαμε πολύ και όταν πήγαμε λύκειο, γίναμε οικότροφοι σε ένα σπίτι στη Χώρα για να πηγαίνουμε στα φροντιστήρια και στο λύκειο της πόλεως.

Γύρισα το κλειδί και έσβησα τη μηχανή του αυτοκινήτου. Πόση ώρα είμαι άραγε σταματημένη στην άκρη, απέναντι από το σπίτι μας, το σπίτι με τις τόσες αναμνήσεις και αναπολώ, σχεδόν νοσταλγώ.

Δεν έχει σημασία.

Σημασία έχει ότι θυμάμαι. Σημασία έχει ότι είμαι εδώ, στο ίδιο σπίτι και ότι θα κάνω Χριστούγεννα και πάλι εδώ. Ότι το καλοκαίρι κολυμπάω στην ίδια παραλία. Ότι πίνω το ίδιο κρασί με τον παππού και ότι όλα είναι καλύτερα. Και το σπίτι, και τα Χριστούγεννα, και η παραλία, ακόμα και το κρασί.

Και ότι όλα αυτά δεν συμβαίνουν μαγικά. Ότι στη Λευκίμμη, προσπαθήσαμε πολύ οι άνθρωποι για να είμαστε σήμερα τόσο πολύ καλύτερα.

Καλά Χριστούγεννα!