Καλά κρασιά!

mikronisi2 Μη κατηγοριοποιημένο

Για τους λαούς που το παράγουν, το κρασί τους είναι κάτι σαν ταυτότητα.

Ας μην ξεχνάμε τις ονομασίες διάσημων ποικιλιών, όμοιες με το μέρος παραγωγής, όπως το γαλλικό Μπορντώ, το ιταλικό Κιάντι και άλλα ακόμη. Στην Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι ιστορικο – πολιτικά γεγονότα δεν ενθάρρυναν καμιά ελληνική ποικιλία να γίνει τόσο διάσημη, όλοι ξέρουμε ότι και η Μαλαγουζιά, το Ασύρτικο, το Αγιωργίτικο και άλλα κρασιά, είναι σπουδαία κρασιά.

Στη χώρα που ο οίνος παραμένει κομμάτι του πολιτισμού, από τα αρχαία χρόνια με δικό του μάλιστα θεό, κάθε μικρός τόπος και χωριό έχει το δικό του κρασί. Για τους ντόπιους το δικό τους κρασί είναι πάντα το καλύτερο, και δε συγκρίνεται ούτε με πολυβραβευμένους οίνους, γνωστών παραγωγών.

“Εγώ έμαθα το κρασί αλλιώς”

Διανύοντας την περίοδο του τρύγου, τη μεγάλη ώρα για κάθε τόπο που παράγει κρασί, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από ένα γλυκό κείμενο της φίλης μας, Σταματέλλας Πουλή, μιας νέας γυναίκας που όμως νιώθει τόσα συναισθήματα για το κρασί του χωριού της:

Δεν ξεχωρίζω, αρώματα, οξύτητα, βάθος, εύρος, χαρακτήρα, πολιτικά φρονήματα, παρελθόν και μέλλον του κρασιού και όλα αυτά τα μακρόσυρτα και διεισδυτικά που χρησιμοποιούν οι γευσιγνώστες.

Εγώ έμαθα το κρασί αλλιώς.

Ο δικός μου ουρανίσκος έγινε τραχύς από το μπρούσκο κοκκινέλι του χωριού που από παιδί το έπινα μονορούφι από την κούπα, ολόκληρο καρτεζί κατάδικο μου.

Και σήμερα, παρόλο που δεν πίνω καθόλου αλκοόλ, μόλις ανοίξει ο πατέρας μου το καινούριο το κρασί, με πλημμυρίζει μια ακατανίκητη μανία και δεν μένει σταγόνα.

“Ωρή κοπέλα θα σου κάμει κακό”, η μάνα μου.

“Ετούτο το κρασί είναι αξίας, άστη τη γκοπέλα να πιεί”, ο πατέρας μου.

Το κρασί άλλωστε είχε πάντα ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο σπίτι μας, αλλά σ’ ολόκληρο το χωριό, από τον τρύγο και το σφράγισμα, που είναι στη βράση, μέχρι το πρώτο άνοιγμα και την επίσημη δοκιμή.

Όλο το χωριό μύριζε φρέσκο μούστο.

Πόσο ζωντανή και αναζωογονητική μυρωδιά αλήθεια.

Το μόνο που δεν μου άρεσε τέτοιες μέρες, είναι που κατέφθαναν μιλιούνια οι κεντρίνες, γύρω από τα καφάσια με τα τσίπουρα.

Σκάφες και σκαφόνια, ταμιτζάνες και βαρέλια είχανε την τιμητική τους.

Το πλύσιμο με τρινάρι και θερμό ήτανε από μόνο του μια ξεχωριστή ιεροτελεστία.

Χαρά μα και αγωνία συγκεράζονταν σ’ αυτή τη διονυσιακή κατάνυξη.

Η χαρμόσυνη περίοδος του τρύγου, μαλάκωνε κάπως την σκασίλα μας από το άνοιγμα των σχολείων και το τέλος του καλοκαιριού.

Το γλυκό κρασί, βλέπετε, βύθιζε στη λήθη την πίκρα του αποκαλόκαιρου.

Αυτά τα κρασιά έμαθα να πίνω.

Κάποια είναι “αξίας”, κάποια κουτελήτες, με σποντί ή συρμάδα.

Όμως πάντα θα τα πίνω αδέξια και μονορούφι γιατί με κάθε σταγόνα γεύομαι αλλοτινή αγάπη”.

Λευκιμμιώτικο θα πει αλλιώτικο.

Στο Μικρό Νησί τιμάμε τους μεγάλους Έλληνες οινοποιούς. Διαλέγουμε με επιμέλεια και φροντίδα τις ετικέτες μας, συντηρούμε τα κρασιά όπως τους πρέπει και τα ταιριάζουμε στα πιάτα που σερβίρουμε. Όμως, ειδικά τέτοια εποχή, του τρύγου, αισθανόμαστε κι εμείς για το κρασί της περιοχής μας ακριβώς σαν την συγγραφέα του κειμένου που τα είπε όλα.

Εμείς, θεωρούμε το λευκιμμιώτικο κρασί, μοναδικό. Δεν μπαίνουμε στον κόπο να το συγκρίνουμε με κανένα. Κάθε Σεπτέμβρη το τρυγάμε, το φυλάμε και περιμένουμε τη σημαντική στιγμή που θα γεμίσει τα ποτήρια μας: Μπρούσκο, αγαπημένο, αλλιώτικο, όπως το χωριό μας, η Λευκίμμη. Καλά κρασιά!